Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014

λέξεις από φ-, χ-, ψ-

Φαλκιδεύω (-ση): αποστερώ δικαιώματος
(από το ρωμαϊκό Φαλκίδειο νόμο (lex Falcidia), που θεσπίστηκε από το Ρωμαίο δήμαρχο Falcidius (40 π.Χ) και προέβλεπε πως κάποιος μπορούσε να διαθέσει τα τρία τέταρτα της περιουσίας του όπως επιθυμούσε αλλά το ένα τέταρτο θα έπρεπε να το δώσει στους κληρονόμους του).

Φείδομαι: χρησιμοποιώ κάτι  μετρημένα, συνετά, με οικονομία, τσιγκουνεύομαι

Φενάκη: περούκα, ψέμα, απάτη

Φερέφωνο: αυτός που μεταφέρει απόψεις άλλων, που δεν έχει αυτονομία σκέψης ή έκφρασης, υποχείριο (από το φέρω + φωνή)

Χαλκέντερος: εργατικός, ακαταπόνητος, ακούραστος

Χίμαιρα: ουτοπία, κάτι ανέφικτο
(από το μυθικό τέρας που είχε χαρακτηριστικά κατσίκας (χίμαιρας, στα αρχαία ελληνικά), κεφάλι λεονταριού και ουρά δράκου)

Ψήγμα: ρινίσματα μετάλλου, πολύ μικρή ποσότητα (μτφ)

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

λέξεις από τ-, υ-

Ταγός:  αρχηγός, αυτός που ανήκει στην ηγεσία (κυρίως στην πνευματική)
(από το ρήμα τάσσω)

Τέλμα: βάλτος, έλος, απουσία εξέλιξης, στασιμότητα (μτφ)

Ταλανίζω: ταλαιπωρώ, βασανίζω

Τραγέλαφος: κατάσταση παράλογη,γελοία (-ικός)
(από το μυθικό ζώο που ήταν συνδυασμός τράγου και ελαφιού.)

Τροχοπέδη: εμπόδιο, φρένο

Τρυφηλότητα: χλιδή και καλοπέραση (τρυφηλής)

Υπεξαίρεση: παράνομη ιδιοποίηση ξένης περιουσίας, κατάχρηση

Υπερθεματίζω: συμφωνώ  απόλυτα με κάτι με την ανάλογη επιχειρηματολογία, τονίζω κάτι ακόμη περισσότερο, υπερβάλλω σε θετικές ή αρνητικές κρίσεις

Υπερφίαλος:  αλαζόνας, υπερόπτης

Υποθάλπω: κρύβω, προστατεύω κάτι, το οποίο είναι ή θεωρείται κακό, συμβάλλοντας στη διατήρηση, την έξαψη (από το ρήμα θάλπω: ζεσταίνω)

Τρίτη 22 Ιουλίου 2014

λέξεις από π-, ρ- ,σ-

Πακτωλός: πληθώρα, μεγάλη ποσότητα  (πακτωλός χρημάτων, πακτωλός υποσχέσεων)
(από τον Πακτωλό, ποταμό της Τουρκίας, ο οποίος  ήταν γεμάτος με ψήγματα χρυσού. βλ.Πακτωλός )

Πανάκεια: (ενικός) φάρμακο για όλες τις αρρώστιες, λύση για όλα τα προβλήματα (μεταφ.) (βλ.Πανάκεια)

Παρρησία: θάρρος,καθαρότητα, ελευθερία στην έκφραση

Παρίας:  αυτός που θεωρείται υποδεέστερος, κατώτερος κοινωνικά, περιθωριοποιημένος

Πένης (πενία): φτωχός, άπορος

Ραστώνη: ραθυμία, τεμπελιά

Ρηξικέλευθος:   καινοτόμος,  νεωτεριστής,  προοδευτικός ( από το ρήμα ρήγνυμι: ανοίγω και  κέλευθος: δρόμος)

Σκωπτικός: ειρωνικός, καυστικός,  περιπαικτικός, σαρκαστικός,  σατιρικός, χλευαστικός

Σταχυολογώ: επιλέγω από τα καλύτερα, διαλέγω, απανθίζω

Στωικός: αυτός που χαρακτηρίζεται ηρεμία, αταραξία, απάθεια

Συβαριτισμός: ευζωία, φιληδονία, τρυφηλός τρόπος ζωής με υλικές και μόνο απολαύσεις

Συνονθύλευμα:  συσσώρευση ετερόκλητων στοιχείων, ανομοιογενές σύνολο, αμάλγαμα

Σφετερισμός: ιδιοποίηση, οικειοποίηση, απόκτησης ξένων πραγμάτων με αθέμιτο τρόπο









Σάββατο 12 Απριλίου 2014

λέξεις από ν- και ο-


Νεποτισμός:  ευνοιοκρατία, οικογενειοκρατία, παραχώρηση πολιτικών προνομίων και αξιωμάτων σε συγγενικά πρόσωπα(από την ιταλική λέξη nepotismο, που προήλθε αντίστοιχα από τη λατινική nepos= εγγονός, απόγονος)

Νείρομαι: επιθυμώ, λαχταρώ

Νευραλγικός: σημαντικός, καίριος (τομέας)

Νωχελικός: αδρανής

Ουραγός: αυτός που απλώς ακολουθεί τους άλλους

Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013

Λέξεις από μ-

Ματαιοδοξία: κενοδοξία

Μέθεξη: ψυχική συμμετοχή,κυρίως σχετικά με την τέχνη (από το μέλλοντα του ρήματος μετέχω)

Μέμφομαι (μομφή): κατηγορώ

Μεμψιμοιρώ: γκρινιάζω, παραπονιέμαι

Μιαρός:  μολυσμένος, ανόσιος, βέβηλος

Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2013

λέξεις από λ-


Λαίλαπα: θύελλα, ισχυρός άνεμος, καταστροφικό γεγονός (μεταφορικά)

Λάκτισμα: κλοτσιά, χτύπημα με το πόδι, έναυσμα (στη φράση «εναρκτήριο λάκτισμα»)
( από το ρήμα λακτίζω: κλοτσώ < αρχ. λάξ «με το πόδι», πρβλ. τη φράση πυξ λαξ «με γροθιές και κλοτσιές»)

Λίβελος: υβριστικό ή συκοφαντικό δημοσίευμα (λιβελογράφημα)

Λοιδορώ: εμπαίζω, περιγελώ, χλευάζω, κακολογώ

Λυμαίνομαι: προξενώ βλάβες, καταστροφές, ρημάζω

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

λέξεις από κ-

Κακεντρεχής: κακόβουλος, μοχθηρός, κακός (ουσ.κακεντρέχεια)

Κατατρύχω:  βασανίζω, ταλανίζω

Κατάφωρος: ολοφάνερα έκνομη και καταδικαστέα ενέργεια (από την αρχαία ελληνική λέξη φώρ:κλέφτης). Επίσης: πασιφανής, ολοφάνερος, πρόδηλος

Κίβδηλος: επίπλαστος, πλαστός, ψεύτικος

Κλυδωνίζομαι: περνάω  μια περίοδο αναταραχής, αποσταθεροποίησης, κλονίζομαι, παραπαίω
(από την αρχαία ελληνική λέξη κλύδων: κύμα, θαλασσοταραχή)

Κυνικός: που εκφράζεται (δυσάρεστα) και με απόλυτη ευθύτητα και ειλικρίνεια, χωρίς ευγένεια ή ευπρέπεια, ωμός

Κωλυσιεργώ: καθυστερώ, αργοπορώ, παρεμποδίζω (από τις λέξεις κωλύω + έργο)